Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

ABC soil


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο soil παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: ABC
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
soil n (dirt, earth)χώμα ουσ ουδ
  (τεχνικός όρος)έδαφος ουσ ουδ
 Lucy dug over the soil in her vegetable patch to get it ready for planting.
 Η Λούσι έσκαψε το χώμα στο λαχανόκηπό της για να το προετοιμάσει για το φύτεμα.
soil [sth] vtr (get dirty)λερώνω, βρομίζω ρ μ
 The wet ground soiled Patrick's shoes.
 Το υγρό χώμα λέρωσε τα παπούτσια του Πάτρικ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
soil n (agricultural life)γη ουσ θηλ
 John was born and brought up on a farm; he's a real man of the soil.
soil [sth] vtr (with excretion)λερώνω ρ μ
 The little girl was too embarrassed to ask where the toilets were and soiled her underwear.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
home soil n (one's native country)πάτρια εδάφη φρ ως ουσ ουδ πλ
  πατρίδα, χώρα ουσ θηλ
 The Army has never lost a battle on its home soil.
native soil n (homeland, country of birth)πατρίδα ουσ θηλ
 I've been living abroad for 20 years, but I still consider the UK to be my native soil.
pedology,
soil science
n
(science: study of soils)εδαφολογία ουσ θηλ
  πεδολογία ουσ θηλ
potting soil n (for potting plants)χώμα για γλάστρες φρ ως ουσ ουδ
rich soil n (fertile earth)γόνιμο έδαφος ουσ ουδ
 Vegetables grow better in rich soil.
soil contamination n (pollution of the earth)ρύπανση του εδάφους, μόλυνση του εδάφους φρ ως ουσ θηλ
soil erosion n (downward sliding of the earth)διάβρωση του εδάφους φρ ως ουσ θηλ
 Heavy rainfall in the region has led to soil erosion.
soil pollution n (contamination of the earth)ρύπανση του εδάφους, μόλυνση του εδάφους φρ ως ουσ θηλ
virgin soil n (land uncultivated previously)παρθένο έδαφος επίθ + ουσ ουδ
 Farmers grow vanilla in the virgin soil of the Vava'u Islands.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ABC soil στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ABC soil».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!